Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chill out
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to relax and take a break especially when feeling stressed or upset
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
chill
ενεστώτας
chill out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chills out
ενεστώτα μετοχή
chilling out
απλός αόριστος
chilled out
παθητική μετοχή
chilled out
Παραδείγματα
The beach is my favorite spot to chill out and unwind.
Η παραλία είναι το αγαπημένο μου μέρος για χαλάρωση και ξεκούραση.
02
χαλαρώνω, περνάω χρόνο
to spend time with others
Intransitive
Παραδείγματα
We always love to chill out at the beach during summer.
Αγαπάμε πάντα να χαλαρώνουμε στην παραλία το καλοκαίρι.



























