Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chill out
[phrase form: chill]
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to relax and take a break especially when feeling stressed or upset
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
chill
ενεστώτας
chill out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chills out
ενεστώτα μετοχή
chilling out
απλός αόριστος
chilled out
παθητική μετοχή
chilled out
Παραδείγματα
Let 's find a quiet place to chill out and relax.
Ας βρούμε ένα ήσυχο μέρος για χαλάρωση και ξεκούραση.
02
χαλαρώνω, περνάω χρόνο
to spend time with others
Intransitive
Παραδείγματα
Let 's chill out at the café and catch up.
Ας χαλαρώσουμε στο καφέ και ας συζητήσουμε.



























