chili pepper
chi
ˈʧɪ
τσι
li
li
λι
pe
πε
pper
πα

Ορισμός και σημασία του "chili pepper"στα αγγλικά

01

πιπεριά τσίλι, καυτερή πιπεριά

a fiery and pungent spice derived from various Capsicum plants 
chili pepper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chili peppers
Παραδείγματα
He couldn't handle the heat of the chili pepper and reached for a glass of water. 

Δεν μπορούσε να αντέξει τη θερμότητα της πιπεριάς τσίλι και έπιασε ένα ποτήρι νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store