Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Childbearing
01
γονιμότητα, παιδογονία
the process or activity of giving birth to and raising children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The community provided resources to support healthy childbearing practices.
Η κοινότητα παρείχε πόρους για την υποστήριξη υγιών πρακτικών γέννησης.
childbearing
01
σχετικός με τον τοκετό, κατάλληλος για τον τοκετό
relating to or suitable for childbirth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
childbearing
childbear



























