childbearing
Pronunciation
/ˈtʃaɪɫdˌbɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "childbearing"στα αγγλικά

01

γονιμότητα, παιδογονία

the process or activity of giving birth to and raising children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The community provided resources to support healthy childbearing practices.
Η κοινότητα παρείχε πόρους για την υποστήριξη υγιών πρακτικών γέννησης.
childbearing
01

σχετικός με τον τοκετό, κατάλληλος για τον τοκετό

relating to or suitable for childbirth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store