childbearing
child
ˈʧaɪld
chaild
bea
ˌbeə
be
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "childbearing"στα αγγλικά

01

γονιμότητα, παιδογονία

the process or activity of giving birth to and raising children 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Childbearing is a significant aspect of many people's lives. 

Η γέννα είναι μια σημαντική πτυχή της ζωής πολλών ανθρώπων.

childbearing
01

σχετικός με τον τοκετό, κατάλληλος για τον τοκετό

relating to or suitable for childbirth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store