Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affiliation
01
συσχέτιση, συμμετοχή
a connection between a person, group, or organization and another entity, often involving membership, support, or shared identity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affiliations
Παραδείγματα
Her affiliation with the university gave her access to research grants.
Η συμμετοχή της στο πανεπιστήμιο της έδωσε πρόσβαση σε επιχορηγήσεις έρευνας.
Λεξικό Δέντρο
reaffiliation
affiliation
affiliate



























