Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affiliation
01
συσχέτιση, συμμετοχή
a connection between a person, group, or organization and another entity, often involving membership, support, or shared identity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affiliations
Παραδείγματα
The club requires proof of affiliation before granting entry.
Ο σύλλογος απαιτεί απόδειξη συμμετοχής πριν από την παροχή εισόδου.
Λεξικό Δέντρο
reaffiliation
affiliation
affiliate



























