to chide
Pronunciation
/ˈtʃaɪd/

Ορισμός και σημασία του "chide"στα αγγλικά

to chide
01

επιπλήττω, μαλώνω

to express mild disapproval, often in a gentle or corrective manner
Transitive: to chide sb for an action or behavior
to chide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chide
γ΄ ενικό πρόσωπο
chides
ενεστώτα μετοχή
chiding
απλός αόριστος
chided
παθητική μετοχή
chided
Παραδείγματα
The mother chided her child for not wearing a coat on a chilly day.
Η μητέρα επέπληξε το παιδί της γιατί δεν φόρεσε παλτό σε μια κρύα μέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store