Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chide
01
επιπλήττω, μαλώνω
to express mild disapproval, often in a gentle or corrective manner
Transitive: to chide sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chide
γ΄ ενικό πρόσωπο
chides
ενεστώτα μετοχή
chiding
απλός αόριστος
chided
παθητική μετοχή
chided
Παραδείγματα
The mother chided her child for not wearing a coat on a chilly day.
Η μητέρα επέπληξε το παιδί της γιατί δεν φόρεσε παλτό σε μια κρύα μέρα.



























