to chide
chide
ʧaɪd
chaid
chilechimechine

Ορισμός και σημασία του "chide"στα αγγλικά

to chide
01

επιπλήττω, μαλώνω

to express mild disapproval, often in a gentle or corrective manner 
Transitive: to chide sb for an action or behavior
to chide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chide
γ΄ ενικό πρόσωπο
chides
ενεστώτα μετοχή
chiding
απλός αόριστος
chided
παθητική μετοχή
chided
Παραδείγματα
The teacher chided the student for talking loudly during the exam. 

Ο δάσκαλος επέπληξε τον μαθητή για το δυνατό μιλήσιμο κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store