affective
a
ə
ē
ffec
ˈfɛk
fek
tive
tɪv
tiv
afflictive

Ορισμός και σημασία του "affective"στα αγγλικά

01

συναισθηματικός, συγκινησιακός

characterized by emotion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most affective
συγκριτικός βαθμός
more affective
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store