chicanery
chi
ʃɪ
shi
ca
ˈkeɪ
kei
ne
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "chicanery"στα αγγλικά

01

απάτη, εξαπάτηση

the use of clever or dishonest schemes to mislead others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chicaneries
Παραδείγματα
The company's advertising relied on chicanery to boost sales. 

Η διαφήμιση της εταιρείας βασίστηκε σε προσχήματα για να αυξήσει τις πωλήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chicanery
chicane
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store