Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chicane
01
εξαπατώ ή κοροϊδεύω για να νικήσω κάποιον
defeat someone through trickery or deceit
02
εγείρω ασήμαντα εναντίον
raise trivial objections
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chicane
γ΄ ενικό πρόσωπο
chicanes
ενεστώτα μετοχή
chicaneing
απλός αόριστος
chicaned
παθητική μετοχή
chicaned
Chicane
01
απάτη
the use of tricks to deceive someone (usually to extract money from them)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chicanes
02
σικάνα
a movable barrier used in motor racing; sometimes placed before a dangerous corner to reduce speed as cars pass in single file
03
τσικάνα
a bridge hand that is void of trumps



























