Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chew up
01
μαλώνω δυνατά, κατσαδιάζω
to express strong disapproval or anger toward someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chew
ενεστώτας
chew up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chews up
ενεστώτα μετοχή
chewing up
απλός αόριστος
chewed up
παθητική μετοχή
chewed up
Παραδείγματα
The boss chewed the employee up for missing the deadline.
Το αφεντικό κατσάδιασε τον υπάλληλο για την απώλεια της προθεσμίας.
02
μασώ, αλέθω
to bite repeatedly until something becomes soft and mushy
Παραδείγματα
The goat will chew up almost anything in its path.
Η κατσίκα θα μασήσει σχεδόν οτιδήποτε βρίσκεται στο δρόμο της.
03
καταστρέφω, τσακίζω
to defeat someone or something completely
Παραδείγματα
The underdog team was determined to chew up their rivals in the championship.
Η ομάδα που δεν ήταν η αγαπημένη ήταν αποφασισμένη να καταστρέψει τους αντιπάλους της στο πρωτάθλημα.
04
καταστρέφω, σκίζω
to destroy by tearing into small pieces
Παραδείγματα
The factory machine can chew up plastic bottles for recycling.
Το εργοστασιακό μηχάνημα μπορεί να αλέσει πλαστικά μπουκάλια για ανακύκλωση.



























