Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chew out
01
μαλώνω, κατσαδιάζω
to strongly criticize someone in an angry manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
chew
ενεστώτας
chew out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chews out
ενεστώτα μετοχή
chewing out
απλός αόριστος
chewed out
παθητική μετοχή
chewed out
Παραδείγματα
The manager chewed the employee out for missing the deadline.
Ο μάνατζερ μάλωσε τον υπάλληλο για την απώλεια της προθεσμίας.



























