Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chew out
[phrase form: chew]
01
μαλώνω, κατσαδιάζω
to strongly criticize someone in an angry manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
chew
ενεστώτας
chew out
γ΄ ενικό πρόσωπο
chews out
ενεστώτα μετοχή
chewing out
απλός αόριστος
chewed out
παθητική μετοχή
chewed out
Παραδείγματα
She was chewed out by her parents for coming home late.
Της φώναξαν οι γονείς της επειδή γύρισε αργά σπίτι.



























