Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chesterfield
01
chesterfield, καναπές chesterfield
a type of sofa or armchair with deep button tufting, rolled arms, and often made of leather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chesterfields
02
ένα εφαρμοστό πανωφόρι με βελούδικο γιακά, ένα εφαρμοστό παλτό με βελούδικο γιακά
a fitted overcoat with a velvet collar



























