Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cherry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cherries
Παραδείγματα
She picked a handful of ripe cherries from the tree and popped them into her mouth.
Μάζεψε μια χούφτα ώριμες κερασιές από το δέντρο και τις έβαλε στο στόμα της.
02
κεράσι, κόκκινο κερασιού
a red the color of ripe cherries
03
κερασιά, βυσσινιά
any of numerous trees and shrubs producing a small fleshy round fruit with a single hard stone; many also produce a valuable hardwood
04
ξύλο κερασιάς, ξύλο μαύρης κερασιάς
wood of any of various cherry trees especially the black cherry
cherry
01
κερασένιο
having a bright red color resembling the color of fresh cherries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cherriest
συγκριτικός βαθμός
cherrier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, fruit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cherry
cher



























