chef
chef
ʃɛf
shef
chief

Ορισμός και σημασία του "chef"στα αγγλικά

01

σεφ, μάγειρας

a highly trained cook who often cooks for hotels or restaurants 
chef definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chefs
Παραδείγματα
The chef prepared a delicious five-course meal for the guests, showcasing his culinary skills. 

Ο σεφ ετοίμασε ένα νόστιμο γεύμα πέντε πιάτων για τους καλεσμένους, επιδεικνύοντας τις γαστρονομικές του ικανότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store