aesthetic
Pronunciation
/ɛsˈθɛtɪk/
esthetic
æsthetic

Ορισμός και σημασία του "aesthetic"στα αγγλικά

01

αισθητικός

relating to the enjoyment or appreciation of beauty or art, especially visual art
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her blog is dedicated to exploring the aesthetic aspects of contemporary architecture.
Το blog της είναι αφιερωμένο στην εξερεύνηση των αισθητικών πτυχών της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.
02

αισθητικός, όμορφος

possessing beauty or pleasing qualities
Παραδείγματα
The scenic overlook provided aesthetic views of the mountain valley below.
Το σενικό σημείο θέας προσέφερε αισθητικές θέας της ορεινής κοιλάδας από κάτω.
01

αισθητική, αισθητική θεωρία

a philosophical theory or system concerning what is beautiful or artistically valuable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aesthetics
Παραδείγματα
Her aesthetic rejects traditional notions of symmetry and proportion.
Η αισθητική της απορρίπτει τις παραδοσιακές έννοιες της συμμετρίας και της αναλογίας.

Λεξικό Δέντρο

inaesthetic
unaesthetic
aesthetic
aesthete
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store