cheeseburger
cheese
ˈʧi:z
τσιζ
bur
bɜ:
μπερ
ger
γκα

Ορισμός και σημασία του "cheeseburger"στα αγγλικά

01

τσιζμπέργκερ

a type of hamburger topped with melted cheese, typically served on a bun 
cheeseburger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheeseburgers
Παραδείγματα
He ordered a juicy cheeseburger with all the fixings for lunch at the diner. 

Παρήγγειλε ένα ζουμερό cheeseburger με όλα τα συνοδευτικά για το μεσημεριανό στο εστιατόριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cheeseburger

cheese

+

burger

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store