checkup
che
ˈʧɛ
che
ckup
kʌp
kap
check-up

Ορισμός και σημασία του "checkup"στα αγγλικά

01

ιατρικός έλεγχος, πλήρης ιατρική εξέταση

a complete medical examination of the body to see if there are any health issues 
checkup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
checkups
Παραδείγματα
She scheduled her annual checkup to ensure she was in good health. 

Προγραμμάτισε το ετήσιο check-up της για να βεβαιωθεί ότι είναι σε καλή υγεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store