Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chauvinistic
01
σωβινιστικός, σεξιστικός
of or relating to persons convinced of the superiority of their own gender or kind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most chauvinistic
συγκριτικός βαθμός
more chauvinistic
διαβαθμίσιμο
02
σωβινιστικός, υπερβολικά πατριωτικός
displaying excessive patriotism or bias towards one's own country
Παραδείγματα
His chauvinistic attitude towards his country led him to dismiss any criticism of its policies or actions.
Η σωβινιστική του στάση απέναντι στη χώρα του τον οδήγησε να απορρίψει οποιαδήποτε κριτική για τις πολιτικές ή τις ενέργειές της.
Λεξικό Δέντρο
chauvinistic
chauvinist
chauvin



























