chastise
chas
ˈʧæs
τσαισ
tise
taɪz
ταιζ
/t‌ʃˈɑːsta‌ɪz/
chastize

Ορισμός και σημασία του "chastise"στα αγγλικά

to chastise
01

επιπλήττω, μαλώνω

to severely criticize, often with the intention of correcting someone's behavior or actions
Transitive: to chastise sb
to chastise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chastise
γ΄ ενικό πρόσωπο
chastises
ενεστώτα μετοχή
chastising
απλός αόριστος
chastised
παθητική μετοχή
chastised
Παραδείγματα
The supervisor had to chastise the team members for failing to follow safety protocols in the workplace.
Ο επόπτης έπρεπε να επιπλήξει τα μέλη της ομάδας για την αποτυχία τους να ακολουθήσουν τα πρωτόκολλα ασφαλείας στον χώρο εργασίας.

Λεξικό Δέντρο

chastisement
chastise
chaste
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store