Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chasse
01
σασέ
a ballet step where one foot swiftly follows the other in a sliding or gliding motion, often used to transition between movements or positions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chassés
Παραδείγματα
The dancer performed a chassé across the stage, moving gracefully from one corner to another.
Η χορεύτρια εκτέλεσε ένα σασέ σε όλη τη σκηνή, κινούμενη με χάρη από τη μια γωνία στην άλλη.
to chasse
01
εκτελώ ένα βήμα chassé, στο μπαλέτο
perform a chasse step, in ballet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
chasses
ενεστώτα μετοχή
chasseing
απλός αόριστος
chassed
παθητική μετοχή
chassed



























