Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Charcoal
01
ξυλοκάρβουνο, κάρβουνο
a hard black substance consisting of an amorphous form of carbon which is made by slowly burning wood and is used as fuel or for drawing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
κάρβουνο, μολύβι άνθρακα
a piece or pencil made of a black substance mostly consisting carbon, used by artists for drawing
Παραδείγματα
The student practiced still life drawing with charcoal.
Ο μαθητής εξασκήθηκε στη ζωγραφική νεκρής φύσης με κάρβουνο.
03
κάρβουνο, σχέδιο με κάρβουνο
a drawing made with a stick of black carbon material
04
κάρβουνο, μαύρο κάρβουνου
a very dark grey color
to charcoal
01
σχεδιάζω με κάρβουνο, απεικονίζω με κάρβουνο
draw, trace, or represent with charcoal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
charcoal
γ΄ ενικό πρόσωπο
charcoals
ενεστώτα μετοχή
charcoaling
απλός αόριστος
charcoaled
παθητική μετοχή
charcoaled
charcoal
01
ανθρακένιος, γκρι ανθρακίτης
having a dark gray color, resembling the ash from burned organic matter, commonly used to describe deep and rich tones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most charcoal
συγκριτικός βαθμός
more charcoal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The charcoal accent wall in the dining room provided a dramatic focal point for the space.
Ο ανθρακούς τοίχος ακцένт στην τραπεζαρία παρείχε ένα δραματικό σημείο εστίασης για τον χώρο.
Λεξικό Δέντρο
charcoal
char
coal



























