character actor
cha
ˈkæ
rac
rɪk
rik
ter
ac
æk
āk
tor

Ορισμός και σημασία του "character actor"στα αγγλικά

Character actor
01

ηθοποιός χαρακτήρων, εκκεντρικός δεύτερος ρόλος

an actor who always plays the role of a bizarre or outlandish character rather than a main role 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
character actors
αρσενικό ενικό
character actor
θηλυκό ενικό
character actress
neutral form
character performer

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store