Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chantarelle
01
κανθαρέλα
widely distributed edible mushroom rich yellow in color with a smooth cap and a pleasant apricot aroma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chanterelles



























