Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chant
01
τραγουδώ, επιτείνω ρυθμικά
to say words or phrases repeatedly and in a rhythmic manner
Transitive: to chant words or phrases
Παραδείγματα
The coach had the team chant their victory cry after winning the match.
Ο προπονητής έκανε την ομάδα να ψέλνει το δικό της κραυγή νίκης μετά τη νίκη του αγώνα.
02
ψάλλω
to sing a piece such as a psalm, canticle, etc. in a limited range of notes and with a repetitive tone
Transitive: to chant a sacred text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chant
γ΄ ενικό πρόσωπο
chants
ενεστώτα μετοχή
chanting
απλός αόριστος
chanted
παθητική μετοχή
chanted
Παραδείγματα
The congregation joined together to chant the refrain of the liturgical song.
Η συγκέντρωση ενώθηκε για να τραγουδήσει το ρεφρέν του λειτουργικού τραγουδιού.
Chant
01
ύμνος, ψαλμωδία
a word, phrase, or song repeated over and over, often during religious or ritual practices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chants
Παραδείγματα
The chant created a calm and meditative atmosphere in the temple.
Ο ύμνος δημιούργησε μια ήρεμη και διαλογιστική ατμόσφαιρα στον ναό.
Λεξικό Δέντρο
chanted
chanter
chanting
chant



























