Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change over
01
αλλάζω, αναλαμβάνω
to replace a person in performing a task, typically at a specified time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
change
ενεστώτας
change over
γ΄ ενικό πρόσωπο
changes over
ενεστώτα μετοχή
changing over
απλός αόριστος
changed over
παθητική μετοχή
changed over
Παραδείγματα
It's time to change over; I'll take the wheel for the next leg of the journey.
Είναι ώρα να αλλάξουμε· θα πάρω το τιμόνι για το επόμενο στάδιο του ταξιδιού.
02
αλλάζω σε, μεταβαίνω σε
to shift from one system, state, item, etc. to another
Intransitive: to change over to a new system or state
Παραδείγματα
The company decided to change over to a new software platform to improve efficiency and streamline operations.
Η εταιρεία αποφάσισε να μεταβεί σε μια νέα πλατφόρμα λογισμικού για να βελτιώσει την αποδοτικότητα και να απλοποιήσει τις λειτουργίες.



























