Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chalice
01
δισκοπότηρο, κύπελλο
a large, ceremonial cup, typically made of metal, that is used for drinking wine or other sacred liquids during religious ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chalices



























