chaise
Pronunciation
/ˈʃeɪz/

Ορισμός και σημασία του "chaise"στα αγγλικά

01

ξαπλώστρα

a long chair; for reclining
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chaises
02

ελαφρύ άμαξα

a light, open, two-wheeled carriage, usually for one or two people, often drawn by one horse
Παραδείγματα
The chaise allowed for a quick and pleasant trip to the village.
Η chaise επέτρεψε ένα γρήγορο και ευχάριστο ταξίδι στο χωριό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store