Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chairperson
01
πρόεδρος, πρόεδρος
a person who presides over a meeting or organization, guiding and overseeing its proceedings and discussions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chairpersons
Παραδείγματα
The chairperson called the meeting to order and introduced the first topic of discussion.
Ο πρόεδρος άνοιξε τη συνεδρίαση και εισήγαγε το πρώτο θέμα συζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
chairperson
chair
person



























