chain-link fence
chain
ʧeɪn
τσειν
link
lɪnk
λινκ
fence
fɛns
φενσ

Ορισμός και σημασία του "chain-link fence"στα αγγλικά

Chain-link fence
01

φράχτης από αλυσίδα, συρματόπλεγμα

a type of fence made from interlocking metal links, typically used for securing an area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chain-link fences
Παραδείγματα
The playground was surrounded by a sturdy chain-link fence to keep children safe. 

Η παιδική χαρά ήταν περιφραγμένη με ένα ανθεκτικό φράχτη αλυσίδας για να διατηρούνται τα παιδιά ασφαλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store