ceramicist
ce
si
ra
ˈræ
mi
mi
cist
sɪst
sist
ceramist

Ορισμός και σημασία του "ceramicist"στα αγγλικά

01

κεραμοποιός, αγγειοπλάστης

an artist who specializes in creating pottery, sculptures, or other art forms using clay as the primary medium 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ceramicists
Παραδείγματα
The ceramicist molded a delicate vase with intricate designs. 

Ο κεραμοποιός πλάσθηκε μια λεπτή βάζο με περίπλοκα σχέδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ceramicist
ceramic
ceram
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store