advocacy
ad
ˈæd
ād
vo
ca
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "advocacy"στα αγγλικά

01

υποστήριξη, υποστήριξη

supporting an action, idea, party, etc. often publicly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store