advisor
ad
əd
ēd
vi
ˈvaɪ
vai
sor
adviser

Ορισμός και σημασία του "advisor"στα αγγλικά

01

σύμβουλος, παρατηρητής

a person who provides guidance and advice in a specific area of expertise, such as finance, education, or career development 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
advisors
Παραδείγματα
The financial advisor helped him plan his retirement savings. 

Ο σύμβουλος οικονομικών τον βοήθησε να σχεδιάσει τις αποταμιεύσεις για τη σύνταξή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store