Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to advise
01
συμβουλεύω, προτείνω
to provide someone with suggestion or guidance regarding a specific situation
Ditransitive: to advise sb to do sth
Transitive: to advise against sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
advise
γ΄ ενικό πρόσωπο
advises
ενεστώτα μετοχή
advising
απλός αόριστος
advised
παθητική μετοχή
advised
Παραδείγματα
The doctor advised the patient to maintain a healthy diet and exercise for overall well-being.
Ο γιατρός σύστησε στον ασθενή να διατηρήσει μια υγιεινή διατροφή και να ασκείται για τη γενική ευεξία.
02
συμβουλεύω, πληροφορώ
to formally provide someone with information
Transitive: to advise sb about sth | to advise sb on sth
Παραδείγματα
The government agency advised citizens about the safety measures to follow during the upcoming storm.
Η κυβερνητική υπηρεσία σύστησε στους πολίτες τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ακολουθήσουν κατά τη διάρκεια της επερχόμενης καταιγίδας.
03
συμβουλεύω, προτείνω
to suggest or recommend a course of action
Transitive: to advise a course of action
Παραδείγματα
The doctor advised bed rest for the patient's speedy recovery.
Ο γιατρός σύστησε κρεβατοκάμαρο για την γρήγορη ανάρρωση του ασθενούς.
Λεξικό Δέντρο
advisable
advised
advisement
advise



























