Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Advisee
01
συμβουλευόμενος, φοιτητής συμβουλευόμενος
a person who is receiving guidance, instruction, or supervision from an advisor, typically in an academic, professional, or mentorship context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
advisees
Παραδείγματα
The graduate student was the advisee of Professor Thompson.
Ο μεταπτυχιακός φοιτητής ήταν ο συμβουλευόμενος του καθηγητή Thompson.



























