celluloid
ce
ˈsɛ
se
llu
ljʊ
lyoo
loid
ˌlɔɪd
loyd
cellulosid

Ορισμός και σημασία του "celluloid"στα αγγλικά

01

σελοφάν, μέσο ταινιών

a medium that disseminates moving pictures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

σελοφάν, ταινία σελοφάν

a thin clear plastic material that is highly flammable, made in sheets, formerly used as film in cinematography 
01

σελοφάν, τεχνητό όπως σε ταινία

artificial as if portrayed in a film 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most celluloid
συγκριτικός βαθμός
more celluloid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
art, perception, media

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store