cellphone
cell
ˈsɛl
σελ
phone
fəʊn
φεουν

Ορισμός και σημασία του "cellphone"στα αγγλικά

01

κινητό τηλέφωνο, κινητό

a phone that we can carry with us and use anywhere because it has no wires 
cellphone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cellphones
Παραδείγματα
He used his cellphone to call his friend. 

Χρησιμοποίησε το κινητό του τηλέφωνο για να καλέσει τον φίλο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cellphone

cell

+

phone

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store