celerity
ce
σα
le
ˈlɛ
λε
ri
ρα
ty
ti
τι
/sɛlˈɛɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "celerity"στα αγγλικά

01

ταχύτητα, ευκινησία

the quality of being fast and swift in movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The software update was applied with impressive celerity, minimizing downtime.
Η ενημέρωση του λογισμικού εφαρμόστηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα, ελαχιστοποιώντας τον χρόνο διακοπής λειτουργίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store