adverb
Pronunciation
/ˈædˌvɝb/

Ορισμός και σημασία του "adverb"στα αγγλικά

01

επίρρημα, μια λέξη που δίνει περισσότερες πληροφορίες για ένα ρήμα

a word that gives more information about a verb, adjective, or another adverb
adverb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adverbs
Παραδείγματα
The teacher asked the students to list down ten adverbs for homework.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να καταγράψουν δέκα επιρρήματα για εργασία στο σπίτι.
02

επίρρημα, τροποποιητής

a word that modifies something other than a noun
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store