Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carbon copy
01
αντίγραφο άνθρακα, αντίγραφο για πληροφόρηση
used on a business letter or email indicating that a copy is being sent to the person mentioned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carbon copies
Παραδείγματα
The email chain grew longer as more people were added to the CC.
Η αλυσίδα ηλεκτρονικών μηνυμάτων έγινε μεγαλύτερη καθώς προστέθηκαν περισσότερα άτομα στην αντίγραφο άνθρακα.
to carbon copy
01
αποστολή αντιγράφου, τοποθέτηση σε αντίγραφο
to send someone a copy of a business letter or email that is being sent to someone else
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
carbon copy
γ΄ ενικό πρόσωπο
carbon copies
ενεστώτα μετοχή
carbon copying
απλός αόριστος
carbon copied
παθητική μετοχή
carbon copied



























