cavalry
ca
ˈkæ
val
vəl
vēl
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "cavalry"στα αγγλικά

01

ιππικό, στρατεύματα εκπαιδευμένα για μάχη με άλογα

troops trained to fight on horseback 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cavalries
02

ιππικό, τεθωρακισμένα στρατεύματα

a group of soldiers in an army who fight by armored vehicles 
Παραδείγματα
The cavalry led the charge during the battle. 

Το ιππικό οδήγησε την επίθεση κατά τη διάρκεια της μάχης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store