Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catching
01
μεταδοτικός, μεταδιδόμενος
(of disease or illness) likely to be transmitted from one person to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most catching
συγκριτικός βαθμός
more catching
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
disease, transmission, health
Catching
01
πιάσιμο, θέση του πιάστη
(baseball) playing the position of catcher on a baseball team
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
catchings
02
ανίχνευση, σύλληψη
the act of detecting something; catching sight of something
03
μόλυνση, μετάδοση
becoming infected
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
catching
catch



























