catching
cat
ˈkæ
και
ching
ʧɪng
τσινγκ
/kˈæt‍ʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "catching"στα αγγλικά

01

μεταδοτικός, μεταδιδόμενος

(of disease or illness) likely to be transmitted from one person to another
catching definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most catching
συγκριτικός βαθμός
more catching
διαβαθμίσιμο
01

πιάσιμο, θέση του πιάστη

(baseball) playing the position of catcher on a baseball team
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catchings
02

ανίχνευση, σύλληψη

the act of detecting something; catching sight of something
03

μόλυνση, μετάδοση

becoming infected
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store