Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch up with
01
προλαβαίνω, πιάσω στο πράξιμο
(of someone in authority) to find out that someone did something wrong and decide to do something about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up with
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up with
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up with
ενεστώτα μετοχή
catching up with
απλός αόριστος
caught up with
παθητική μετοχή
caught up with
Παραδείγματα
Eventually, the legal system caught up with the fraudulent activities of the businessman.
Τελικά, το νομικό σύστημα έφτασε τις απατηλές δραστηριότητες του επιχειρηματία.
02
προλαβαίνω, φτάνω
to eventually begin to cause someone problems that one has managed to avoid so far
Παραδείγματα
The consequences of his procrastination finally caught him up.
Οι συνέπειες της αναβλητικότητάς του τελικά τον έπιασαν.



























