Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch up with
[phrase form: catch]
01
προλαβαίνω, πιάσω στο πράξιμο
(of someone in authority) to find out that someone did something wrong and decide to do something about it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up with
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up with
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up with
ενεστώτα μετοχή
catching up with
απλός αόριστος
caught up with
παθητική μετοχή
caught up with
Παραδείγματα
The boss caught up with the team members who were responsible for the project delay.
Το αφεντικό έφτασε τα μέλη της ομάδας που ήταν υπεύθυνα για την καθυστέρηση του έργου.
02
προλαβαίνω, φτάνω
to eventually begin to cause someone problems that one has managed to avoid so far
Παραδείγματα
The lack of sleep is catching up with her energy levels.
Η έλλειψη ύπνου αρχίζει να επηρεάζει τα επίπεδα ενέργειάς της.



























