Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catalyze
01
καταλύω
to increase the rate of a chemical reaction
Transitive: to catalyze a chemical reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
catalyze
γ΄ ενικό πρόσωπο
catalyzes
ενεστώτα μετοχή
catalyzing
απλός αόριστος
catalyzed
παθητική μετοχή
catalyzed
Παραδείγματα
Certain metals, such as palladium and nickel, can catalyze hydrogenation reactions in organic synthesis.
Ορισμένα μέταλλα, όπως το παλλάδιο και το νικέλιο, μπορούν να καταλύσουν τις αντιδράσεις υδρογόνωσης στην οργανική σύνθεση.
02
καταλύω, επιταχύνω
to initiate or accelerate a process
Transitive: to catalyze a change
Παραδείγματα
Innovation in education can catalyze improvements in student engagement and learning outcomes.
Η καινοτομία στην εκπαίδευση μπορεί να επιταχύνει βελτιώσεις στη συμμετοχή των μαθητών και στα μαθησιακά αποτελέσματα.



























