Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catalytic
01
καταλυτικός, επιταχυντικός
referring to substances or processes that facilitate or speed up chemical reactions without being consumed in the process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Platinum is used as a catalyst in catalytic converters to reduce harmful emissions from vehicles.
Ο λευκόχρυσος χρησιμοποιείται ως καταλύτης σε καταλυτικούς μετατροπείς για τη μείωση των επιβλαβών εκπομπών από τα οχήματα.
Λεξικό Δέντρο
autocatalytic
catalytic
catalysis



























