Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Casuistry
01
καζουιστική, μέθοδος επίλυσης ηθικών προβλημάτων με βάση αφηρημένες αρχές που εξάγονται από συγκεκριμένες περιπτώσεις
the way of resolving ethical problems by relying on abstract principles extracted from particular cases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
καζουιστική, σοφιστεία
the practice of unsound reasoning and falsely arguing questions in a clever way
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
casuistry
casuist



























