casuistry
ca
ˈkæ
και
suist
zjuɪst
ζγουιστ
ry
ri
ρι
cardistry

Ορισμός και σημασία του "casuistry"στα αγγλικά

01

καζουιστική, μέθοδος επίλυσης ηθικών προβλημάτων με βάση αφηρημένες αρχές που εξάγονται από συγκεκριμένες περιπτώσεις

the way of resolving ethical problems by relying on abstract principles extracted from particular cases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

καζουιστική, σοφιστεία

the practice of unsound reasoning and falsely arguing questions in a clever way 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

casuistry
casuist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store