Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Casket
01
μικρό κουτί, κομμωτήριο
small and often ornate box for holding jewels or other valuables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caskets
02
φέρετρο, νεκροθήκη
a box used to hold a dead body for burial or cremation
Παραδείγματα
The family viewed the casket before the service.
Η οικογένεια είδε το φέρετρο πριν από την τελετή.
to casket
01
τοποθετώ σε φέρετρο, κλείνω σε φέρετρο
enclose in a casket
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
casket
γ΄ ενικό πρόσωπο
caskets
ενεστώτα μετοχή
casketing
απλός αόριστος
casketed
παθητική μετοχή
casketed



























