casket
cas
ˈkæs
kās
ket
kət
kēt
/kˈɑːskɪt/

Ορισμός και σημασία του "casket"στα αγγλικά

01

μικρό κουτί, κομμωτήριο

small and often ornate box for holding jewels or other valuables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caskets
02

φέρετρο, νεκροθήκη

a box used to hold a dead body for burial or cremation
Παραδείγματα
The family viewed the casket before the service.
Η οικογένεια είδε το φέρετρο πριν από την τελετή.
to casket
01

τοποθετώ σε φέρετρο, κλείνω σε φέρετρο

enclose in a casket
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
casket
γ΄ ενικό πρόσωπο
caskets
ενεστώτα μετοχή
casketing
απλός αόριστος
casketed
παθητική μετοχή
casketed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store