to cash in on
cash
kaʃ
kash
in
ɪn
in
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "cash in on"στα αγγλικά

to cash in on
01

εκμεταλλεύομαι, ωφελούμαι από

to make the most of an opportunity for personal gain 
to cash in on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes in on
ενεστώτα μετοχή
cashing in on
απλός αόριστος
cashed in on
παθητική μετοχή
cashed in on
Παραδείγματα
The actor attempted to cash in on his recent movie success. 

Ο ηθοποιός προσπάθησε να επωφεληθεί από την πρόσφατη επιτυχία της ταινίας του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store