Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cash in on
[phrase form: cash]
01
εκμεταλλεύομαι, ωφελούμαι από
to make the most of an opportunity for personal gain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes in on
ενεστώτα μετοχή
cashing in on
απλός αόριστος
cashed in on
παθητική μετοχή
cashed in on
Παραδείγματα
The company decided to cash in on the emerging technology.
Η εταιρεία αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την αναδυόμενη τεχνολογία.



























