Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carsick
01
ναυτία από το αυτοκίνητο, νιώθω ναυτία από το αυτοκίνητο
feeling sick because of the motions experienced while traveling in a car
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carsick
συγκριτικός βαθμός
more carsick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The winding roads made everyone in the backseat carsick.
Οι στροφώδεις δρόμοι έκαναν όλους στην πίσω θέση να νιώσουν αυτοκινητιστικά άρρωστοι.
Λεξικό Δέντρο
carsick
car
sick



























