to carry weight
carry
kæri
καιρι
weight
weɪt
ουειτ

Ορισμός και σημασία του "carry weight"στα αγγλικά

to carry weight
01

έχει επιρροή, μετράει ο λόγος του

(of a person or organization) to be exceptionally influential or important 
to [carry] weight definition and meaning
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Her opinion carries a lot of weight in the company. 

Η γνώμη της έχει μεγάλη επιρροή στην εταιρεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store